Κλοπή: Ποινές, διαδικασία και υπεράσπιση
Σύμφωνα με το άρ.372 του ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρ. 58 του Ν. 5090/2024 «1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 2. Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ηλεκτρική και κάθε άλλης μορφής ενέργεια.».
Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ` αυτόν, αυτογνωμόνως και χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα κυριότητος επ` αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του.
Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας, επ` αυτού κατοχής υπό του δράστη ή τρίτου προς τον σκοπό της παρανόμου ιδιοποιήσεώς του.
Η αξία του αντικειμένου της κλοπής, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Για την αξία του αντικειμένου της κλοπής ως ιδιαίτερα μεγάλης, κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής.
Η κατοχή λαμβάνεται υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας, και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του, ενώ ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος.
Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο, ευθύς αμέσως μόλις εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στην δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Πρέπει πάντως να αιτιολογείται ειδικά ο τρόπος περιέλευσης των κλαπέντων στην κατοχή του δράστη, και πολύ περισσότερο εάν αυτός υποστηρίζει πως ανήκουν στη δική του κυριότητα, αρνούμενος εξ αρχής την κλοπή (ΑΠ 117/2023).
Αποτελεί δε κλοπή και η καθ` οιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της. Τέτοια κλοπή ενέργειας του ηλεκτρισμού επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με τη μη αναγραφή του αναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος στον μετρητή με τη, με τεχνικά μέσα καθ` οιονδήποτε τρόπο, επέμβαση σε αυτόν, ώστε να καταμετρά και δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκόμενου ρεύματος σε κάθε χρονική περίοδο (ΑΠ 594/2024, ΑΠ 310/2022).
Διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής
Σύμφωνα με το άρ.374 παρ.1 του νέου ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν:
α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας,
β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο, βα) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα προορισμένο από τη θέση του ή από την κατασκευή του για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας ή την ασφάλεια της συγκοινωνίας μέσων σταθερής τροχιάς, πλοίων ή αεροσκαφών, ββ) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα που αποτελεί τμήμα εξοπλισμού δικτύου μεταφοράς ή διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή δικτύου αποχέτευσης ομβρίων και ακαθάρτων υδάτων,
γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ,
δ) τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών,
ε) η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ’ επάγγελμα.
Ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου ως άνω άρθρου, αν η κλοπή στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη.
Συνεπώς, όταν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω οριζόμενες περιπτώσεις, η κλοπή προσλαμβάνει χαρακτήρα κακουργήματος, και απειλείται η κατά τα ως άνω ποινή κάθειρξης.
Υπεράσπιση
Η γραμμή υπεράσπισης συγκροτείται από τα περιστατικά της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, και μπορεί να περιλαμβάνει αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής.
Όταν ένας τέτοιος ισχυρισμός, προβάλλεται στο δικαστήριο, με τρόπο ορισμένο και σαφή, τότε το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ’ αυτού, και να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία. Ενώ, η απόρριψη αυτού του ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας.
Αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά και η επίκληση κάποιας ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 του νέου ΠΚ.
Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου διαθέτει εξειδικευμένη εμπειρία στην υπεράσπιση υποθέσεων κλοπής, όπως αυτές ρυθμίζονται από το άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτείται η αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος, χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Το γραφείο μας αναλύει σε βάθος κάθε υπόθεση, εστιάζοντας σε κρίσιμα στοιχεία όπως η έννοια της κατοχής, ο τρόπος αφαίρεσης και ο πραγματικός σκοπός του κατηγορουμένου, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή νομική αξιολόγηση των περιστατικών και την αποτελεσματική υπεράσπιση.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, σύμφωνα με το άρθρο 374 ΠΚ, όπου η πράξη μπορεί να προσλάβει κακουργηματικό χαρακτήρα και να επιφέρει αυστηρότερες ποινές, όπως κάθειρξη έως και δέκα έτη ή και μεγαλύτερη σε ειδικές περιπτώσεις. Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου εξετάζει με ακρίβεια εάν συντρέχουν οι επιβαρυντικές προϋποθέσεις, όπως η αξία των αντικειμένων, ο τρόπος τέλεσης ή η ύπαρξη οργανωμένης δράσης, και διαμορφώνει στοχευμένη στρατηγική υπεράσπισης, με στόχο την αποφυγή ή τον περιορισμό των σοβαρών συνεπειών για τον εντολέα.
Παράλληλα, η υπερασπιστική γραμμή δομείται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε υπόθεσης, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο νομικό εργαλείο. Το γραφείο προβάλλει αυτοτελείς ισχυρισμούς που μπορεί να οδηγήσουν σε άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης, σε μείωση του καταλογισμού ή ακόμη και σε σημαντική ελάφρυνση της ποινής. Η επίκληση ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 84 ΠΚ, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη μείωση της ποινικής μεταχείρισης, ενώ η σωστή και τεκμηριωμένη παρουσίασή τους μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την τελική απόφαση του δικαστηρίου.