Ύδρα, 18040

Μαυρομιχάλη 40

Αθήνα, 106 80, Ελλάδα

Επικοινωνία

211 019 0865

Facebook

  • Ελληνικά
  • English

Εκβίαση και απειλή σε βάρος επιχείρησης

Ποινικό δίκαιο // Τα αδικήματα της εκβίασης και της απειλής όταν στρέφονται κατά επιχείρησης ή επαγγελματία // Η διακεκριμένη μορφή της εκβίασης με απειλή βλάβης της επιχείρησης και της «προστασίας» // Νομολογία του Αρείου Πάγου // Τα βήματα που πρέπει να κάνει ο επιχειρηματίας

Οι επιχειρήσεις –από το μικρό κατάστημα της γειτονιάς έως τη μεγάλη εταιρεία– γίνονται συχνά στόχος πιέσεων που υπερβαίνουν τα όρια του νόμου: απαιτήσεις καταβολής χρημάτων «για προστασία», απειλές καταστροφής του καταστήματος ή του εξοπλισμού, απειλές δημοσιοποίησης δυσφημιστικών ή ψευδών πληροφοριών αν δεν καταβληθεί ποσό, εκβιαστικές πιέσεις από πρώην συνεργάτες, εργαζομένους ή πελάτες για «αποζημιώσεις», απειλές καταγγελιών σε φορολογικές ή άλλες αρχές προκειμένου να αποσπαστεί περιουσιακό όφελος. Ο Ποινικός Κώδικας αντιμετωπίζει τις συμπεριφορές αυτές κυρίως με τα αδικήματα της εκβίασης και της απειλής, προβλέποντας μάλιστα ειδική, βαρύτερη μορφή εκβίασης όταν η απειλή στρέφεται κατά της επιχείρησης ή του επαγγέλματος του θύματος.

1. Εκβίαση – άρθρο 385 ΠΚ

Σύμφωνα με το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ «Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει άλλον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή».

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτούνται, κατά την αντικειμενική υπόσταση: (α) εξαναγκασμός άλλου προσώπου, δηλαδή κάμψη της βούλησής του, (β) με βία ή απειλή, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιονδήποτε τρόπο –προφορικά, εγγράφως, με μηνύματα, με νεύματα ή με συμπεριφορά– ρητά ή σιωπηρά, (γ) σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και (δ) επέλευση περιουσιακής ζημίας στον εξαναγκαζόμενο ή σε τρίτο. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει και τον σκοπό αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση). Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της ζημίας· μέχρι τότε υπάρχει απόπειρα, η οποία είναι επίσης αξιόποινη (άρθρο 42 ΠΚ).

Δύο σημεία της νομολογίας του Αρείου Πάγου έχουν ιδιαίτερη πρακτική σημασία για τις επιχειρήσεις. Πρώτον, η απειλούμενη ενέργεια δεν απαιτείται να είναι από μόνη της παράνομη: «εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ’ εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους». Δεύτερον, παράνομο είναι και το όφελος που επιδιώκεται για την είσπραξη νόμιμης απαίτησης, όταν χρησιμοποιείται βία ή απειλή: «παράνομη είναι και η επιδίωξη της εξόφλησης νόμιμου χρέους, δηλαδή η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης, με εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής».

Η ληστρική εκβίαση (παρ. 2). Αν η πράξη «τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής», τιμωρείται με τις ποινές της ληστείας (άρθρο 380 παρ. 1 και 2 ΠΚ), δηλαδή με κάθειρξη, και σε περίπτωση θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ή ιδιαίτερης σκληρότητας με ισόβια κάθειρξη.

Η εκβίαση κατά επιχείρησης και η «προστασία» (παρ. 3). Η διάταξη που ενδιαφέρει άμεσα τους επιχειρηματίες είναι η παρ. 3: «Η εκβίαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον. Αν την παραπάνω πράξη τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή». Καλύπτεται έτσι τόσο η κλασική περίπτωση του «νταβατζιλικιού» όσο και κάθε απειλή που στρέφεται κατά της επαγγελματικής δραστηριότητας του θύματος. Η κατ’ επάγγελμα τέλεση (άρθρο 13 περ. στ΄ ΠΚ), που ανάγει την πράξη σε κακούργημα, συνάγεται από την επανειλημμένη τέλεση ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση πορισμού εισοδήματος. Όταν η εκβίαση επιχειρήσεων τελείται από ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων με διαρκή δράση, συρρέει και το έγκλημα της εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 ΠΚ), ενώ η απλή συμφωνία δύο ή περισσοτέρων για την τέλεση κακουργηματικής εκβίασης συνιστά συμμορία (άρθρο 187 παρ. 3 ΠΚ), για την οποία πάντως «δεν αρκεί απλή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά απαιτείται σύσταση οργάνωσης, με στοιχειώδη έστω δομή».

2. Απειλή – άρθρο 333 ΠΚ

Σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 1 ΠΚ «Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία, απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή». Με φυλάκιση έως δύο έτη τιμωρείται όποιος προκαλεί τρόμο ή ανησυχία «με συνεχή συμπεριφορά του πρώτου εδαφίου ή με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθηση των κινήσεων και των δραστηριοτήτων του, όπως ιδίως με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του» (stalking), ενώ η νέα παρ. 1Α τιμωρεί και την παρακολούθηση με χρήση τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών.

3. Τι πρέπει να κάνει ο επιχειρηματίας

Η εμπειρία μας δείχνει ότι η έκβαση των υποθέσεων αυτών κρίνεται από τις πρώτες κινήσεις του θύματος. Συνιστούμε: άμεση καταγγελία στην Αστυνομία ή στον Εισαγγελέα, ιδίως όταν επίκειται παράδοση χρημάτων, ώστε να οργανωθεί η σύλληψη του δράστη επ’ αυτοφώρω με προσημειωμένα χαρτονομίσματα και αστυνομική επιτήρηση, η οποία νομιμοποιεί και την καταγραφή της παράδοσης· διατήρηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων · παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, η οποία παρέχει στην επιχείρηση πρόσβαση στη δικογραφία, δικαίωμα πρότασης αποδεικτικών μέσων και ενεργό ρόλο στη δίκη. Παράλληλα, η επιχείρηση μπορεί να διεκδικήσει με αγωγή την αποζημίωσή της και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρα 914, 932 ΑΚ) και, σε επείγουσες περιπτώσεις, να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα (απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας, απαγόρευση δημοσιοποίησης υλικού).

Από την άλλη πλευρά, η κατηγορία της εκβίασης είναι βαριά και συχνά απαγγέλλεται σε περιστατικά που στην πραγματικότητα αποτελούν σκληρές εμπορικές διαπραγματεύσεις, διεκδίκηση οφειλών ή λεκτικές υπερβολές σε έντονη αντιπαράθεση. Η διάκριση μεταξύ εκβίασης, απειλής, παράνομης βίας και νόμιμης άσκησης δικαιώματος, καθώς και η απόδειξη ή μη του σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους, της κατ’ επάγγελμα τέλεσης και της περιουσιακής ζημίας, καθορίζουν αν η υπόθεση θα κριθεί ως κακούργημα, ως πλημμέλημα ή θα οδηγήσει σε απαλλαγή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο αναλαμβάνει την εκπροσώπηση επιχειρήσεων και επαγγελματιών που δέχονται εκβιαστικές πιέσεις ή απειλές, από την πρώτη ενημέρωση και τον σχεδιασμό της καταγγελίας έως την παράσταση στο ακροατήριο και τη διεκδίκηση της αποζημίωσης, καθώς και την υπεράσπιση κατηγορουμένων για εκβίαση ή απειλή, με προσεκτική μελέτη της δικογραφίας, αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και στρατηγικό σχεδιασμό σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.


    Επικοινωνήστε μαζί μας!

    Καλέστε μας για Ραντεβού