Αρπαγή ανηλίκου
Σύμφωνα με το άρθρο 324 του νέου ΠΚ «1.Όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, … ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση. … 2. Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη, εκτός εάν η πράξη τελέστηκε από ανιόντα, οπότε εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος».
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αρπαγής ανηλίκου συνίσταται στην πραγματική κατάλυση από το δράστη της επί του ανηλίκου εξουσίας, που συντελείται με το χωρισμό του ανηλίκου από τον έχοντα σύμφωνα με το νόμο την επιμέλεια του προσώπου του, κατά τρόπο που αποκλείει την άσκησή της. Το έγκλημα αυτό είναι υπαλλακτικά μικτό και μπορεί να τελεστεί είτε με την αφαίρεση του ανηλίκου είτε με την υποστήριξη της εκούσιας διαφυγής του από την εξουσία αυτών που δικαιούνται να μεριμνήσουν για το πρόσωπό του είτε και με τους δύο τρόπους.
Το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου
Το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου στρέφεται έμμεσα κατά της προσωπικής ελευθερίας του ανηλίκου και άμεσα κατά των προσώπων που έχουν υπό την επιμέλειά τους τον ανήλικο και δικαιούνται (αλλά και υποχρεούνται) να μεριμνήσουν για το πρόσωπό του, οι οποίοι είναι παθητικά υποκείμενα του εγκλήματος τούτου.
Ανήλικος είναι ο μη συμπληρώσας το 18ο έτος της ηλικίας του. Δράστης μπορεί να είναι και ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου και αφαιρεί τον ανήλικο από τον άλλο γονέα ή από τρίτο, που έχει την επιμέλειά του.
Ως αφαίρεση νοείται η απομάκρυνση του ανηλίκου από τον τόπο της διαμονής του σε άλλον, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτός που ασκεί πραγματικά την επιμέλειά του σύμφωνα με το νόμο, να αποστερείται της δυνατότητας ανατροφής και επίβλεψής του. Η συγκατάθεση του ανηλίκου δεν λαμβάνεται υπόψη. Η συγκατάθεση που λαμβάνεται υπόψη, εφόσον υπάρχει, είναι μόνο του δικαιούμενου γονέα (βλ. σχετ. σε Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία – Εφαρμογή, 2η έκδοση, Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ, σελ. 877, 878, ΑΠ 712/2018 Α΄ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η υποστήριξη της εκούσιας διαφυγής του ανηλίκου μπορεί να συντελεστεί είτε με θετική ενέργεια είτε με παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, δηλαδή με παραίνεση, προτροπή, συνδρομή ή απλή βοήθεια προς εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των προσώπων που ασκούν νόμιμα την επιμέλειά του. Υπό περιστάσεις, έχει κριθεί ότι δεν πράττει άδικα ο έχων την επιμέλεια γονέας που δεν παρέδωσε προς επικοινωνία το τέκνο του στον άλλον ή ο παππούς στον οποίον κατέφυγε προσωρινά και αυτοβούλως το τέκνο μετά από επεισόδιο με τον πατέρα του, αφού λόγω φυσικής στοργής αδυνατούν να το αποπέμψουν (βλ. σχετ. σε Μ. Μαργαρίτη, ό.π.. σελ. 878, αριθμ. 5).
Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, που ενέχει τη γνώση της ανηλικότητας και ότι ο τελευταίος τελεί υπό γονική μέριμνα, επιμέλεια ή σε τέτοια σχέση που βάσει αυτής άλλο πρόσωπο δικαιούται να μεριμνήσει για αυτόν, καθώς και τη θέληση αφαίρεσης του ανηλίκου, ενώ επί υποστήριξης της εκούσιας διαφυγής του, απαιτείται θέληση ή έστω αποδοχή και υποστήριξη της κατάστασης αυτής από το δράστη.
Η ποινική δίωξη του αδικήματος αυτού ασκείται αυτεπαγγέλτως.
Η αρπαγή ανηλίκου αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό ποινικό αδίκημα, που αγγίζει τον πυρήνα της γονικής μέριμνας και της προστασίας της οικογένειας. Σε περιπτώσεις αφαίρεσης τέκνου, μη επιστροφής μετά από επικοινωνία, υποστήριξης διαφυγής ή παράνομης μετακίνησης ανηλίκου, απαιτείται άμεση, ψύχραιμη και νομικά τεκμηριωμένη αντιμετώπιση. Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου αναλαμβάνει με υπευθυνότητα και διακριτικότητα τόσο την υπεράσπιση κατηγορουμένων όσο και την εκπροσώπηση γονέων που επιδιώκουν την άμεση αποκατάσταση της νομιμότητας και την προστασία του τέκνου τους.
Με βαθιά γνώση του Ποινικού και Οικογενειακού Δικαίου, εξετάζουμε κάθε υπόθεση εξατομικευμένα, αξιολογώντας κρίσιμα ζητήματα όπως η επιμέλεια, η γονική μέριμνα, η ύπαρξη συναίνεσης και οι πραγματικές συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου. Στόχος μας είναι η ουσιαστική προάσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων μας και, πρωτίστως, η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, μέσα από υπεύθυνη νομική καθοδήγηση και αποτελεσματική εκπροσώπηση ενώπιον των αρμόδιων αρχών και δικαστηρίων.