Η αστική ευθύνη του Δημοσίου
Το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου, από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012).
Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη, αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια, που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.
Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής, υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία.
Προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από παράνομες πράξεις των οργάνων τους.
Στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.».
Και στο άρθρο 106 του ανωτέρω νόμου «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ΝΠΔΔ, προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ΝΠΔΔ ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με τα ιδιαίτερα καθήκοντα της θέσης τους και την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (ΣτΕ 2327/2015, 1183, 877/2013, 1019/2008 κ.ά.).
Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ΝΠΔΔ, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου τους παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία και τους οικείους κανονισμούς, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 911, 1202/2022, 228, 2604/2021, 1594/2020, 1704/2019, 877/2013 επταμ. κ.α.).
Ευθύνη του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ προς αποζημίωση γεννάται και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών ΝΠΔΔ και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995).
Επιπλέον, στοιχειοθετείται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση όταν οι παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις υλικών ενεργειών οργάνων του Δημοσίου τελούνται ή λαμβάνουν χώρα εντός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, δηλαδή κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια τελέσθηκε καθ’ υπέρβαση των ανατεθειμένων σε αυτά καθηκόντων ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας τους, αλλά κατά παράβαση των διαταγών ή εντολών που έχουν δοθεί σε αυτά, τελούν δε σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια, προς την εκτέλεση της υπηρεσίας τους (Σ.τ.Ε. 2700/2009 7μ, 3308/2008, 2559/2007, ΑΠ 1617/1987).
Η κατά ως άνω ευθύνη του Δημοσίου, είναι αντικειμενική, και δεν απαιτείται η διαπίστωση πταίσματος των οργάνων του (βλ. ΣτΕ 911, 1202/2022, 228, 2604/2021, 1594/2020, 4410/2015, 877/2013 επταμ. κ.α.).
Απαραίτητη, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας των οργάνων και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής εκ μέρους των οργάνου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των ΝΠΔΔ είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 911, 1202/2022, 228/2021, 2372/2019, 4410/2015, 877/2013 επταμ. κ.α.).
Αποζημίωση
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), που προκλήθηκε στον ζημιωθέντα από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του.
Τα δε δικαστήρια της ουσίας, δύνανται, επιπλέον, να επιδικάσουν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (σχ. Σ.τ.Ε. 621/2021, 465/2021, 717/2018, 3292/2017). Στο άρθρο 932 του ΑK ορίζεται ότι «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του [ … ] .». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (όπως, ιδίως, τον βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, τις συνθήκες, το είδος, την ένταση και τις συνέπειες της προσβολής, την προσωπική, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση του ζημιωθέντος κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ΣτΕ 1968/2022, σκ. 5, 2951/2020, σκ. 3, 842/2019, σκ. 3, κ.ά.).
Επίσης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου, ούτε, εξάλλου, το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθός του επιδρά στον καθορισμό του ύψους αυτής (ΣτΕ 3839/2012 7μ. , 4988/2012, 1405/2013). Έτσι, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να επιδικαστεί (σε βάρος του Δημοσίου), κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ., υπέρ εκείνου, του οποίου έχει προσβληθεί η προσωπικότητα σε οποιαδήποτε από τις επιμέρους εκφάνσεις της (σχ. Σ.τ.Ε. 621/2021, 717/2021, 3292/2017).
Επειδή, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης (του άρθρου 932 εδ. γ΄ ΑΚ), η οποία είναι σύμφωνη, κατά το περιεχόμενό της, με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ρητά πλέον κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εξειδικεύοντάς την, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης (ΑΕΔ 25/2010), παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, να επιδικάσει σε βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, χρηματική ικανοποίηση εάν κρίνει ότι επήλθε ψυχική οδύνη στα μέλη της οικογένειας του θανόντος, η οποία αποσκοπεί στην ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφιση τους, όσο αυτό είναι εφικτό, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά το χρόνο του θανάτου αυτού (ΣτΕ 1717/2016, 3695,1906/2015, 939/2014, 1405/2013 σκέψη 3).
Κατά τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάσθηκαν ψυχικώς από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου, των οποίων στοχεύει η εν λόγω διάταξη (ΣτΕ 3329/2014 σκέψη 4, 1405/2013 σκέψη 3), μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι γονείς, τα αδέλφια, οι παππούδες και οι γιαγιάδες του (Δ.ΕφΠειρ. 816/2018 σκέψη 3).
Στην κρίση αυτή περί επιδίκασης ή μη της ανωτέρω αποζημίωσης, καταλήγει το Δικαστήριο κατόπιν εκτίμησης των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ 3695/2015, 1405/2013, 4174/2012, κ.ά), ήτοι των πραγματικών περιστατικών που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι και ιδίως, των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος, του βαθμού της ψυχικής συγκίνησης που προκάλεσε ο θάνατος αυτός, στο συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας του θανόντος, ανάλογα με την ηλικία του, την προσωπικότητά του και την κατάσταση της υγείας του πριν το ζημιογόνο αποτέλεσμα (πρβλ. ΣτΕ 3329/2014 σκέψη 4, 1405/2013 σκέψη 3), σε συνδυασμό με τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, χωρίς την υπαγωγή πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ΣτΕ 3218/2009, 2559/2007, κ.ά.) καθορίζοντας δε, ταυτόχρονα το εύλογο ποσό αυτής στην περίπτωση που κρίνει ότι επήλθε ψυχική οδύνη (πρβλ. ΣτΕ 1717, 410/2016, 2188/2015, 2202).
Ευθύνη από πράξεις οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας
Η διάταξη του άρ.105 ΕισΝΑΚ, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας).
Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (Σ.τ.Ε. Ολ. 479-481/2018, 4741/2014, Σ.τ.Ε. 1652/2020).
Ευθύνη από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας
Η διάταξη του άρ.105 ΕισΝΑΚ δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό, δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας, προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη.
Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, από πράξεις οργάνων δικαστικής εξουσίας, δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου, δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης, με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους.
Ευθύνη από νόμιμες πράξεις
Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣΕ 2035/2011 Ολομ., 2923/2011, κ.ά.), κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17 και 24 του Συντάγματος, τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, όπως η κυριότητα, προστατεύονται στο πλαίσιο του προορισμού του ακινήτου, που περιλαμβάνει το φάσμα των επιτρεπτών χρήσεών του.
Εξ άλλου, προκειμένου να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφυλάξεως του περιβάλλοντος, επιτρέπεται η λήψη μέτρων, που είναι δυνατόν να συνίστανται και στον περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεων του ακινήτου ή της εντάσεως της εκμεταλλεύσεώς του. Τα μέτρα αυτά, που υπαγορεύονται από το δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως, πρέπει να θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τρόπο σύμφωνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, πρέπει δηλαδή να είναι αναγκαίοι και πρόσφοροι για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημοσίου συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν.
Όταν δε τα μέτρα που λαμβάνονται προς τον σκοπό της προστασίας μιας περιοχής, καίτοι έχουν θεσπισθεί με γνώμονα τα ανωτέρω κριτήρια, έχουν ως αποτέλεσμα ουσιώδη στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας, σε σχέση με τον προορισμό της, δεν αναιρείται εκ μόνου του λόγου αυτού η νομιμότητά τους, αλλά γεννάται αξίωση των τυχόν θιγομένων ιδιοκτητών προς αποζημίωση, ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ζημίας, αδιαφόρως εάν έχει περιληφθεί σχετική ρήτρα στην κανονιστική πράξη επιβολής των περιοριστικών όρων και απαγορεύσεων, υπό την αυτονόητη, πάντως, προϋπόθεση ότι το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και ενόψει του κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού περιεχομένου της ιδιοκτησίας, μεταβάλλεται δηλαδή σε θυσία ελαχίστων κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Το ζήτημα της αποζημιώσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αυτοτελές, κρινόμενο από τον δικαστή της αποζημιώσεως και όχι από τον ακυρωτικό δικαστή.
Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου διαθέτει ουσιαστική εμπειρία σε υποθέσεις αστικής ευθύνης του Δημοσίου, παρέχοντας εξειδικευμένη νομική υποστήριξη σε πολίτες και επιχειρήσεις που έχουν υποστεί ζημία από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων της Διοίκησης. Το γραφείο αναλαμβάνει την πλήρη αξιολόγηση της υπόθεσης, τη σύνταξη και άσκηση αγωγών αποζημίωσης, καθώς και την εκπροσώπηση ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, με στόχο τη διεκδίκηση δίκαιης αποκατάστασης της ζημίας. Με έμφαση στην ακρίβεια, τη στρατηγική προσέγγιση και τη βαθιά γνώση της σχετικής νομολογίας, διασφαλίζεται η αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.