Ύδρα, 18040

Μαυρομιχάλη 40

Αθήνα, 106 80, Ελλάδα

Επικοινωνία

211 019 0865

Facebook

  • Ελληνικά
  • English
 

Εξύβριση και Συκοφαντική Δυσφήμιση: Πότε αποτελούν ποινικό αδίκημα

Μαρία Νικολάου > Αποφάσεις  > Εξύβριση και Συκοφαντική Δυσφήμιση: Πότε αποτελούν ποινικό αδίκημα

Εξύβριση και Συκοφαντική Δυσφήμιση: Πότε αποτελούν ποινικό αδίκημα

Εξύβριση και Συκοφαντική Δυσφήμιση: Πότε αποτελούν ποινικό αδίκημα

Συκοφαντική δυσφήμιση

Σύμφωνα με το άρ.363 του νέου ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ.54 του Ν. 5090/2024, και ισχύει σήμερα «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή. Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης.»

Από την έννοια του τρίτου, αποδέκτη της διάδοσης, εξαιρέθηκαν με το ν.5090/2024, τα πρόσωπα που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οπότε εξ αυτού και μόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Στην ανωτέρω εξαίρεση όμως, δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί που στρέφονται κατά άλλων (πλην των διαδίκων) μερών ή περιπτώσεις που οι αποδέκτες των διαδόσεων (δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι), συνδέονται προσωπικά με τα διάδικα μέρη, έτσι ώστε η γνωριμία αυτή να αίρει την απροσφορότητα του γεγονότος να βλάψει την τιμή λόγω μη αποστασιοποίησης των λειτουργών ή υπαλλήλων από τα διάδικα πρόσωπα. Αυτό ισχύει για τους δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους, που συμπράττουν στην ποινική διαδικασία ή πολιτική ή διοικητική δίκη, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο δικαστής, ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία της καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οι ανακριτικοί υπάλληλοι που ορίζονται από τον εισαγγελέα για τη διενέργεια προανακριτικών πράξεων, ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός είναι αρμόδιος για την επίδοση δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων ενόψει ή στο πλαίσιο πολιτικής δίκης. Άλλωστε, για τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν προκύπτει ότι λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των συγκεκριμένων δικογράφων, παρά μόνο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, για τον προσδιορισμό της έννοιας του τρίτου, χρησιμοποιήθηκε στοχευμένα ο διευρυμένος και γενικός ορισμός της “δίκης” που περιλαμβάνει κάθε στάδιο από την προδικασία (π.χ. αστυνομική προανάκριση, άρα καταλαμβάνει και προανακριτικούς υπάλληλους κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση) μέχρι την αμετάκλητη απόφαση”.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται αντικειμενικώς: α) Ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον “τρίτου” σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι ψευδές, και να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, ήτοι γεγονός πρόσφορο να επιφέρει την προσβολή της τιμής, και γ) ο ισχυρισμός ή η διάδοση από το δράστη για άλλον του γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται, να γίνει ενώπιον “τρίτου”, ενώ για την πλήρωση της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι “τρίτοι” γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους. Τούτο δε, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ως “ισχυρισμός” νοείται η ανακοίνωση που προέρχεται από γνώμη ή πεποίθηση του ίδιου του δράστη ή από μετάδοση άλλου προσώπου, που υιοθέτησε ο δράστης, ενώ ως “διάδοση” νοείται η μετάδοση ανακοίνωσης άλλου προσώπου από τον δράστη, χωρίς αυτός να την υιοθετεί. Ως “γεγονός” περαιτέρω νοείται οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δυνατόν να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται όμως στην έννοια του “γεγονότος” να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί, κάθε φορά που αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη, ενώ “τιμή” είναι το καλό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπλήρωσης απ` αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, και “υπόληψη” είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Ενώπιον “τρίτου” τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου, ενώ η έννοια του “τρίτου” διαμορφώθηκε πλέον κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 5060/2024. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στην έννοια του “τρίτου” για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν περιλαμβάνονται – εκτός από τους προαναφερθέντες δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους που λαμβάνουν γνώση των σχετικών ισχυρισμών για τους διαδίκους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης – και τα μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων, αφού η πειθαρχική διαδικασία είναι μια θεσμοθετημένη δικαιοδοτική διαδικασία που ασκείται κανονιστικά από όργανα επιφορτισμένα με το σχετικό αυτό καθήκον, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η τοιαύτη ερμηνεία αποβαίνει υπέρ του κατηγορουμένου.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος (ΑΠ 814/2023, ΑΠ 509/2023).

Εγκλήματα τελούμενα δια του τύπου

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 1092/1938 “Περί Τύπου”, που επανήλθε σε ισχύ με το άρ.2 του Ν. 10/1975 «”Τύπος και έντυπον επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι πάν ό,τι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοσιν χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων, μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωνογραφικών πλακών” και “1. Ως δημοσίευσις εντύπου θεωρείται η διανομή, πώλησις, καθώς και η εις δημόσιον μέρος ή εν δημοσία συναθροίσει ή εις μέρος προσιτόν εις το κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου. 2. Αδίκημα του Τύπου υπάρχει όταν λάβει χώρα ή κατά την προηγούμενην παράγραφον δημοσίευσις”».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων, τα οποία τελούνται δια του τύπου, δηλαδή των εγκλημάτων του κοινού δικαίου, τα οποία προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα, ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου, ως μέσου για την εκδήλωσή τους (Ολ Α.Π. 759/1988), δεν αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το … 1 του Α.Ν. 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δημοσίευσή του, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, σύμφωνα με το … 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όταν συντελεστεί η διανομή ή πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δημόσιο μέρος ή σε δημόσια συνάθροιση ή σε μέρος προσιτό στο κοινό. Κατά συνέπεια, καταχώριση ή ανάρτηση στο διαδίκτυο (ίντερνετ) κειμένου με δυσφημιστικά γεγονότα και ανακοίνωση από την τηλεόραση δυσφημιστικών γεγονότων, δεν στοιχειοθετούν αδίκημα τελούμενο δια του τύπου, αφού το διαδίκτυο και η τηλεόραση δεν αποτελούν τυπογραφία, ούτε θεωρούνται μηχανικά μέσα πολλαπλασιασμού χειρογράφων, με συνέπεια να μη θεωρούνται “τύπος” ή “έντυπο” (Α.Π. 503/2021, Α.Π. 192/2017).

Εξύβριση

Σύμφωνα με το άρ.361 του νέου ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ.54 του Ν. 5090/2024, και ισχύει σήμερα «1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχοντας τέτοιον σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι (6) μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την ανωτέρω πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα (1) έτος ή χρηματική ποινή και αν η προσβολή ανάγεται σε σχέσεις του ιδιωτικού ή του οικογενειακού βίου, επιβάλλεται φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή. …».

Επομένως, εξύβριση είναι η προσβολή της τιμής, δηλαδή η αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του παθόντος, είτε η εκδήλωση της περιφρόνησης γι’ αυτόν από το δράστη. Η τιμή λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως μη τυγχάνει το άτομο από κάποιον αρνητικής αξιολογήσεως ή μεταχείρισης τέτοιας, η οποία να δηλώνει έλλειψη εκτίμησης του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με την κοινωνική και ηθική του αξία. Εξάλλου, η προσφορότητα των εκφράσεων της τιμής εκτιμάται «κατά την κοινή αντίληψη», ήτοι πρέπει κατ’ αντικειμενική κρίση, να είναι προσβλητικές της τιμής και της υπόληψης άλλου. Η προσβολή της τιμής μπορεί να γίνει με λόγο (εκστόμιση φράσεων, που πλήττουν την τιμή και την υπόληψη), με έργο (χειρονομίες) ή απειλή (εκδήλωση θέλησης πραγματοποίησης κακού στον παθόντα, άσχετα με τον πραγματικό σκοπό του δράστη και την πρόκληση φόβου σε αυτόν) ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (κάθε πρόσφορο υποκατάστατο λόγων ή έργων, ικανό, κατά κοινή αντίληψη, να επιφέρει τη μείωση του status κοινωνικής αναγνώρισης και παρουσίας). Για την ορθή εκτίμηση της καταφρονητικής συμπεριφοράς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και η ηλικία, ο βαθμός μόρφωσης και η κοινωνική θέση του δράστη και του θιγόμενου (βλ. Μ.Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, 2003, υπό άρθρο 361 ΠΚ, σελ. 981-982).

Υποκειμενικά, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει, αφενός τη γνώση ότι η εκδηλωμένη αυτή συμπεριφορά είναι πρόσφορη να παραγάγει εξωτερικά την εντύπωση καταφρονήσεως άλλου, και τη βούληση όπως περιέλθει η εκδήλωση αυτή στη γνώση του άλλου (ΑΠ 420/81, Π.Χρ. ΛΑ΄, σελ. 668).

Υποβολή έγκλησης

Τα ανωτέρω ποινικά αδικήματα, διώκονται, κατ’  άρ.368 παρ. 1 ΠΚ, μόνο ύστερα από έγκληση. Έγκληση είναι η δήλωση βουλήσεως του παθόντος προς την αρμόδια δικαστική αρχή ότι επιθυμεί την δίωξη της κατ’ αυτού τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση για την νομότυπο γένεση της ποινικής δίκης. Ούτω κατ’ άρθρον 117 παρ. 1 ΠΚ «όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες, από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχούς της». Ως γνώση, θεωρείται η πληροφόρηση του δικαιούχου σε έγκληση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο περί των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία κατόρθωσε να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη, δηλαδή μόλις ο δικαιούμενος λάβει γνώση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την τελεσθείσα πράξη. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική, και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσεως, λήγει δε όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μηνός που αντιστοιχεί αριθμητικώς με την ημέρα ενάρξεως. Συνεπώς, αν η έγκληση υποβληθεί μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, η ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη.

Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου αναλαμβάνει με σοβαρότητα και εξειδίκευση υποθέσεις συκοφαντικής δυσφήμισης, εξύβρισης και προσβολής προσωπικότητας, τόσο σε φυσικό όσο και σε ψηφιακό περιβάλλον. Σε μια εποχή όπου η αναπαραγωγή ψευδών ισχυρισμών μέσω διαδικτύου, social media ή δημόσιων αναρτήσεων μπορεί να πλήξει άμεσα την επαγγελματική εικόνα, την κοινωνική υπόληψη και την προσωπική αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου, η άμεση νομική αντίδραση είναι καθοριστική. Το γραφείο μας εξετάζει με ακρίβεια κάθε πραγματικό περιστατικό, αξιολογεί αν στοιχειοθετούνται τα σχετικά ποινικά αδικήματα και καθοδηγεί τον εντολέα με στοχευμένη στρατηγική για την προστασία της τιμής και της φήμης του.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο σωστός νομικός χειρισμός σε υποθέσεις όπου οι προσβλητικοί ή ψευδείς ισχυρισμοί διαδίδονται δημόσια ή μέσω διαδικτύου, καθώς εκεί οι συνέπειες μπορεί να είναι πιο έντονες και άμεσες. Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου παρέχει πλήρη νομική υποστήριξη σε κάθε στάδιο, από την αρχική αξιολόγηση της υπόθεσης έως τη σύνταξη και υποβολή έγκλησης, αλλά και την εκπροσώπηση ενώπιον των αρμόδιων αρχών και δικαστηρίων. Με υπευθυνότητα και νομική ακρίβεια, φροντίζουμε ώστε κάθε ενέργεια να γίνεται έγκαιρα και σωστά, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η τήρηση των αποκλειστικών προθεσμιών είναι κρίσιμη για την άσκηση των δικαιωμάτων του παθόντος.

Αν έχετε γίνει στόχος ψευδών καταγγελιών, δημόσιων αναρτήσεων, συκοφαντικών σχολίων ή προσβλητικής συμπεριφοράς που θίγει την τιμή και την υπόληψή σας, το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου είναι δίπλα σας για να σας προσφέρει άμεση και αποτελεσματική νομική προστασία. Στόχος μας δεν είναι μόνο η τυπική διαχείριση της υπόθεσης, αλλά η ουσιαστική αποκατάσταση της προσβολής και η προάσπιση της προσωπικότητάς σας με κάθε νόμιμο μέσο. Επικοινωνήστε μαζί μας για εξατομικευμένη νομική καθοδήγηση και άμεση εκτίμηση της υπόθεσής σας.


    Επικοινωνήστε μαζί μας!

    Καλέστε μας για Ραντεβού