Η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου
Η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου // ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου
Σύμφωνα με το άρ.7 παρ. 1 του Συντάγματος «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.».
Εξάλλου, κατά το άρ.7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο, και κατά το άρ.28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, που μεταγλωττίστηκε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το ΠΔ 76/2022 (ΦΕΚ Α` 205/1-11-2022), «Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος»,
Ενώ, κατά το άρ.15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, «Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν.».
Περαιτέρω, κατά το άρ.2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι «Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.». Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά τον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014, ΑΠ 1025/2020).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον”. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ` αρχάς, υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, ενώ σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ΑΠ 86/2020, ΑΠ 1820/2019), περαιτέρω δε, επιεικέστερος είναι και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (ΑΠ 130/2020). Επιεικέστερος ακόμη είναι ο νόμος, που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ αντίθετα δυσμενέστερος, και ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά είναι ο νεότερος νόμος που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο κατά τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 100/2023).
Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου χειρίζεται με εξειδίκευση ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, η οποία αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση προστασίας του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Συντάγματος, αλλά και τις αντίστοιχες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δεν επιτρέπεται η επιβολή βαρύτερης ποινής από εκείνη που προβλεπόταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης. Παράλληλα, κατοχυρώνεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης, εφόσον μεταγενέστερος νόμος προβλέπει ηπιότερες κυρώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα καθιερώνει ρητά ότι, όταν μεταξύ της τέλεσης της πράξης και της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης έχουν ισχύσει διαφορετικοί νόμοι, εφαρμόζεται εκείνος που οδηγεί στη ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Η αξιολόγηση αυτή δεν γίνεται συνολικά ανά νόμο, αλλά κατόπιν σύγκρισης των επιμέρους διατάξεων, με βάση τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου εξετάζει διεξοδικά κάθε νομοθετική μεταβολή, ώστε να εντοπίσει τη διάταξη που εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του εντολέα.
Καθοριστικό ρόλο στον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου παίζουν το είδος και το ύψος της απειλούμενης ποινής, καθώς και η ύπαρξη ή μη επιβαρυντικών περιστάσεων. Επιεικέστερος θεωρείται ο νόμος που προβλέπει χαμηλότερα όρια ποινής, λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης του αδικήματος ή ευνοϊκότερες συνέπειες για τον κατηγορούμενο. Με στρατηγική προσέγγιση και βαθιά γνώση της νομολογίας, το γραφείο μας διασφαλίζει την ορθή επίκληση και εφαρμογή της ευνοϊκότερης διάταξης, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτίωση της ποινικής μεταχείρισης του εντολέα.