Αρχή της αναλογικότητας – Ελαφρυντικές περιστάσεις στο ποινικό δίκαιο
Το δίκαιο στο σύνολό του ρυθμίζει τις εξωτερικές σχέσεις των κοινωνών, έτσι και το ποινικό δίκαιο, ως μέρος του όλου δικαίου, είναι μια εξωτερική τάξη, ένας εξωτερικός ρυθμός. Δεν έχει επομένως λόγο ύπαρξης ειμή μόνον κατά το μέτρο που ρυθμίζει και βελτιώνει την κοινωνική ζωή. Αποστολή του ποινικού δικαίου είναι να προστατεύσει, με το όπλο της ποινής, θεμελιώδεις αξίες της κοινωνίας, απολύτως απαραίτητες για την ομαλή κοινωνική συμβίωση και έτσι να εμπεδώσει και να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη. Μεταξύ των θεμελιωδών αυτών αξιών – εννόμων αγαθών είναι η ζωή, η υγεία, η σωματική ακεραιτότητα, η τιμή, η ελευθερία η απονομή της δικαιοσύνης, η δημόσια τάξη.
Τα περισσότερα τούτων προστατεύονται με διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος γι` αυτό και ο “ανθρωποκεντρισμός” ανυψώνεται πλέον και στη χώρα μας “σε καταστατική αρχή” της έννομης τάξης κυρίως από την 1η παράγραφο του άρθρου 2, που χαρακτηρίζει ως “πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας” τον σεβασμό και την προστασία της “αξίας του ανθρώπου”, και από την ρητή από το άρθρο 5 παρ. 1 κατοχύρωση του δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, διατάξεις από τις οποίες προκύπτει “μια κατευθυντήρια αρχή για τον νομοθέτη, και ένας γενικός ερμηνευτικός κανόνας για τη διοίκηση και τα δικαστήρια”, τον οποίο μπορούν να επικαλούνται οι θιγόμενοι όταν προσβάλλονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντά τους.
Αρχή της αναλογικότητας – Η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος
Με την διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος εισάγεται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αναφέρεται σε όλα τα πεδία του δικαίου, και ως γενική αρχή του δικαίου, διέπει την όλη δημόσια δράση και δεσμεύει τον νομοθέτη, τον δικαστή και τη διοίκηση. Όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήρια της, να είναι δηλαδή (α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, (β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν ελάχιστον δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος (γ) εν στενή εννοία ανάλογα, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης. Συγκεκριμένα στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.».
Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 2 του Συντάγματος ορίζεται «Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών.». Συναφώς στην παρ. 2 εδ. α του άρθρου 5 του Συντάγματος ορίζεται «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων.».
Η “αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου
Έτσι με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η “αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου”, η οποία τελεί, κατά την εν λόγω διάταξη, “υπό την εγγύηση του Κράτους”. Η αρχή αυτή κατοχυρωθείσα με την αναθεώρηση του 2001 (αναγνωριζόμενη και προγενέστερα από την νομολογία Ολ. ΣτΕ 2112/1984) λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητά κατοχυρωμένα κατά τα προαναφερθέντα δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη και δημιουργώντας κλίμα ασφαλείας στον πολίτη ότι η πολιτεία λαμβάνει πρόνοια μεταξύ άλλων και για την μη προσβολή του κοινού περί δικαίου αισθήματος κατ` αναλογία με την λειτουργία την οποία επιτελεί το αρθ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος ως προς τα ατομικά δικαιώματα (Ολ. ΣτΕ 1286/12).
Στο κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής αυτής, που έχει κοινή αναγωγή στις παραδόσεις των δημοκρατιών δυτικού τύπου (rule of law), βρίσκεται η εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας που όλες οι κρατικές λειτουργίες οφείλουν τα παρέχουν. Μέσο δε κατά της αυθαιρεσίας είναι ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας, που υπό την έννοια αυτή ως συστατικό στοιχεία της ιδέας του κράτους δικαίου, επιβάλλει γενικώς σε κάθε εκδήλωση εξουσίας όπως αυτή ασκείται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού.
Από τη διατύπωση της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος προκύπτει ότι η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται στους “κάθε είδους περιορισμούς” που μπορεί να επιβληθούν στα δικαιώματα στα οποία αναφέρεται η παράγραφος αυτή. Τέτοια δικαιώματα, όπως προσδιορίζονται στη διάταξη είναι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, ιδίως δε αυτά που το ίδιο το Σύνταγμα αποκαλεί “ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα” όπως αυτό της απόλυτης προστασίας της ζωής χωρίς πάντως να αποκλείονται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και τα συναφή προς αυτά δικαιώματα που κατοχυρώνονται σε άλλη διάταξη του Συντάγματος, όπως αυτή του αρ. 2 αλλά και σε άλλες διατάξεις νόμων.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η εν λόγω συνταγματική αρχήν επιταγή έχει εφαρμογή και στη δικαστική εξουσία και ειδικότερα στο πεδίο του ποινικού δικαίου, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εκπλήρωση του σκοπού του συνιστάμενου στην γενική και ειδική προστασία από την τέλεση αξιόποινων πράξεων με την ύπαρξη αναλογίας-ισορροπίας μεταξύ της αξιόποινης πράξης για την οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην περί ενοχής του δικαστική πεποίθηση, και της ποινής που του επιβλήθηκε γι` αυτήν χάριν της κοινωνικής ειρήνης, της δημόσιας τάξης και ασφάλειας ως και της δημιουργίας διατήρησης κλίματος εμπιστοσύνης του πολίτη όσον αφορά στην αποτελεσματική προστασία των αγαθών του που πλήττονται από αξιόποινη πράξη.
Έτσι η περί ποινής κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά επιβάλλεται να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αξιόποινης πράξης και ποινής για σωφρονισμό του δράστη (ειδική πρόληψη), και να συμβάλλει στη σταθερότητα και ειρήνευση της κοινωνικής ζωής με την παροχή τους πολίτες της επιβεβαίωσης ότι καλώς πράττουν, όταν συμπεριφέρονται συννόμως (θετική γενική πρόληψη), με παράλληλη ικανοποίηση του κοινού περί δικαίου αισθήματος του κοινωνικού συνόλου. Με άλλα λόγια, η ποινή επιβάλλεται χάριν της πρόληψης, όχι όμως πέραν ή κάτω των ορίων που χαράσσει η ιδέα της Δικαιοσύνης.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρ.84 του ΠΚ ορίζονται «1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις. 2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή …».
Σύννομος βίος
Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης, για την εφαρμογή της διάταξης, λέξης “Σύννομη”, έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με την από πεποίθηση – υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου.
Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν, είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου, λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Η μείωση της ποινής, όταν διαπιστώνεται η συνδρομή ελαφρυντικού είναι υποχρεωτική. Όμως οι μειωτικές της ποινής ελαφρυντικές περιστάσεις και η διάγνωση τους δεν προηγούνται της επιμέτρησης της ποινής, αλλά είναι προϊόν της επιμέτρησης που προκύπτει κατά και από την διεξαγωγή αυτής (επιμέτρησης). Έτσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης, ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται.
Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου προσεγγίζει το ποινικό δίκαιο με βαθιά κατανόηση του ουσιαστικού του ρόλου: την προστασία των θεμελιωδών εννόμων αγαθών και τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται με σεβασμό στις συνταγματικές αρχές που διέπουν την έννομη τάξη, ιδίως στον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του δικαίου και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Η υπεράσπιση δεν περιορίζεται σε μια τυπική νομική προσέγγιση, αλλά βασίζεται σε ουσιαστική ανάλυση των πραγματικών περιστατικών και των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
Κεντρικός άξονας της νομικής μας στρατηγικής αποτελεί η αρχή της αναλογικότητας, όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Κάθε ποινική κύρωση οφείλει να βρίσκεται σε δίκαιη ισορροπία με τη βαρύτητα της πράξης και τις ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσής της. Το γραφείο μας αναδεικνύει με συνέπεια κάθε στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου, επιδιώκοντας ποινές που ανταποκρίνονται στο μέτρο της δικαιοσύνης και όχι σε υπερβολές που παραβιάζουν τη συνταγματική τάξη.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στην προβολή αυτοτελών ισχυρισμών, όπως η συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων και ειδικότερα ο σύννομος βίος του κατηγορουμένου. Η πλήρης αποτύπωση της προσωπικότητας, της μέχρι πρότινος πορείας ζωής και της κοινωνικής συμπεριφοράς του εντολέα μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για τη μείωση της ποινής. Με υπευθυνότητα, νομική ακρίβεια και προσήλωση στο συμφέρον του εντολέα, το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου παρέχει ολοκληρωμένη και ουσιαστική υπεράσπιση σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.