Ύδρα, 18040

Μαυρομιχάλη 40

Αθήνα, 106 80, Ελλάδα

Επικοινωνία

211 019 0865

Facebook

  • Ελληνικά
  • English
 

Υπαλληλική προσφυγή

Μαρία Νικολάου > Αποφάσεις  > Υπαλληλική προσφυγή

Υπαλληλική προσφυγή

Υπαλληλική προσφυγή

Σύμφωνα με το άρ.103 του Συντάγματος «4. Oι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. … 6. Oι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής  αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.».

Με την υπαλληλική προσφυγή ενώπιον του ΣτΕ προσβάλλεται η απόφαση του υπηρεσιακού ή του πειθαρχικού συμβουλίου, με την οποία αποφασίζεται για οποιονδήποτε λόγο η παύση ή ο υποβιβασμός του υπαλλήλου.

Αποφάσεις υπηρεσιακών συμβουλίων που υπόκεινται σε προσφυγή είναι οι σχετικές με:

  • παύση ή μη μονιμοποίηση του δόκιμου υπαλλήλου
  • απόλυση μόνιμου υπαλλήλου για σωματική ή πνευματική ανικανότητα ή αναίτια υπηρεσιακή ανεπάρκεια
  • απόλυση ή υποβιβασμό μόνιμου υπαλλήλου λόγω ακαταλληλότητας
  • απόλυση μόνιμου υπαλλήλου, λόγω κατάργησης της θέσης του ή μέρους των ομοιόβαθμων θέσεων του ίδιου κλάδου
  • οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, με τις οποίες επιβάλλονται οι ποινές του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης
  • οι πράξεις των αρμοδίων οργάνων της Βουλής που έχουν τέτοιο αντικείμενο (άρ.65 παρ. 6 του Συντάγματος)

Δεν υπόκεινται σε προσφυγή, αλλά σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΔΕ, οι υπόλοιπες πράξεις οι σχετικές με την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, όπως π.χ. για την προαγωγή, μετάθεση, μετάταξη, μισθοδοσία, τη θέση σε αυτοδίκαιη αργία (ΣΕ 2533/2001).

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, δεδομένου ότι οι καθηγητές των ΑΕΙ, χαρακτηρίζονται από το Σύνταγμα ως δημόσιοι λειτουργεί και επεκτείνονται σε αυτούς οι εγγυήσεις που παρέχονται στους δικαστικούς λειτουργούς, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις παύσεως τους, κατά των αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων, οι καθηγητές  μπορούν να ασκήσουν αίτηση ακύρωσης και όχι υπαλληλική προσφυγή.

Δεν νοείται προσφυγή κατά των δικαστικών αποφάσεων, που είναι σχετικές με την απόλυση των δικαστικών λειτουργών (άρ.88 παρ.4 Σ), και κατά των αποφάσεων των δικαστικών συμβουλίων, των σχετικών με την απόλυση των μόνιμων υπαλλήλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών (άρ.92 παρ.1 Σ).

Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο – Έννομο συμφέρον

Σε άσκηση της υπαλληλικής προσφυγής νομιμοποιούνται:

  • Οι μόνιμοι (τακτικοί) δημόσιοι διοικητικοί υπάλληλοι, εκείνοι δηλαδή που κατέχουν οργανική θέση, καθώς και οι μόνιμοι υπάλληλοι των ΟΤΑΝ και των ΝΠΔΔ, και οι μόνιμοι υπάλληλοι της Βουλής.
  • Οι υπάλληλοι που κατέχουν οργανική θέση με θητεία.
  • Εκείνοι που έχουν διοριστεί σε θέση υπαλλήλου και διανύουν την δοκιμαστική τους υπηρεσία (δόκιμοι υπάλληλοι), για την προσβολή αποφάσεων του υπηρεσιακού συμβουλίου, που τους απολύει κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας ή δεν τους μονιμοποιεί μετά το τέλος της.
  • Νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, που ασκούν τα δικαιώματα υπαλλήλων λόγω διακρίσεων απαγορευμένων από το Δίκαιο ΕΕ.

Δεν έχουν δικαίωμα άσκησης υπαλληλικής προσφυγής:

  • Οι διοικητικοί δημόσιοι υπάλληλοι, που παρέχουν υπηρεσίες με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου.
  • Οι στρατιωτικοί υπάλληλοι, που δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρ.103 του Συντάγματος.
  • Οι μετακλητοί διοικητικοί υπάλληλοι του άρ.103 παρ.5 του Συντάγματος.

Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. και ΣτΕ 990/2025), οι μόνιμοι υπάλληλοι του Πυροσβεστικού Σώματος, είναι δυνατόν να απολυθούν, μόνο κατόπιν απόφασης υπηρεσιακού συμβουλίου, η οποία υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

«…το κρινόμενο ένδικο βοήθημα κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Ανώτατου Συμβουλίου Πυροσβεστικού Σώματος, με την οποία ο αιτών κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του, … και, συνεπεία της κρίσης αυτής, απολύθηκε από το Πυροσβεστικό Σώμα, κατ ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 8 και 132 παρ. 5 του ν. 4662/2020, έχει τον χαρακτήρα προσφυγής ουσίας. Τούτο δε, διότι το Πυροσβεστικό Σώμα αποτελεί πολιτική διοικητική υπηρεσία του Κράτους και οι κατέχοντες οργανικές θέσεις σε αυτό είναι μόνιμοι υπάλληλοι, απολαύοντες της κατά το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος προστασίας, είναι δε δυνατόν να απολυθούν μόνο κατόπιν απόφασης υπηρεσιακού συμβουλίου, η οποία υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣΕ 1190, 1191/2022 Ολ.). Περαιτέρω, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του …. Προεδρικού Διατάγματος περί αποστρατείας του αιτούντος, έχει τον χαρακτήρα αιτήσεως ακυρώσεως, η εκδίκαση της οποίας ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 2 του ν. 702/1977, Α΄ 268, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001, Α΄ 222, και 47 παρ. 2 του ν. 3900/2010, Α΄ 213, αντίστοιχα).».

Όπως έχει κριθεί νομολογιακά (βλ. και ΣτΕ 1441/2025), για την επιβολή πειθαρχικών ποινών στους αιρετούς εκπροσώπους των Ο.Τ.Α, ισχύει ιδιαίτερο νομικό καθεστώς.

«Επειδή, στο άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας … Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει. Πειθαρχικές ποινές στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκτός από τις περιπτώσεις που συνεπάγονται αυτοδικαίως έκπτωση ή αργία, επιβάλλονται μόνο ύστερα από σύμφωνη γνώμη Συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, στην παρ. 4 του άρθρου 103 προβλέπεται ότι «Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί … δεν μπορούν … ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. …».

Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 72/2022 7μ.), από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 102 παρ. 4 και 103 παρ. 4 εδάφιο β’ του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε ένα ιδιαίτερο νομικό καθεστώς πειθαρχικού ελέγχου των αιρετών εκπροσώπων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, για την επιβολή πειθαρχικών ποινών στους αιρετούς εκπροσώπους των Ο.Τ.Α. απαιτείται σύμφωνη γνώμη πειθαρχικού συμβουλίου, συγκροτούμενου κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, το οποίο, ωστόσο, δεν αποτελεί το όργανο με την αποφασιστική αρμοδιότητα. Περαιτέρω, την πειθαρχική δικαιοδοσία στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης ασκεί ο Ελεγκτής Νομιμότητας (ήδη Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης), η δε πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται με την έκδοση από τον Συντονιστή αιτιολογημένης απόφασης (άρθρο 234 παρ. 1 του ν. 3852/2010), με την οποία αυτός έχει τη δυνατότητα, κατ’ άρθρο 233 παρ. 2, να επιβάλει τις πειθαρχικές ποινές της αργίας έως έξι μηνών ή της έκπτωσης, οι δε πράξεις με τις οποίες ασκείται η εν λόγω πειθαρχική εξουσία είναι δεκτικές δικαστικού ελέγχου, ως επί πλέον εγγύηση που διασφαλίζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση των αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης έναντι της κρατικής εξουσίας (ΣτΕ 1600/2015).

Εξάλλου, η προβλεπόμενη στο άρθρο 102 παρ. 4 του Συντάγματος σύμφωνη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου θεσπίζεται, σε επίπεδο νόμου, με την παρ. 2 του άρθρου 234 του ν. 3852/2010, όπως δε γίνεται παγίως δεκτό, οι γνωμοδοτήσεις αυτές στερούνται εκτελεστότητας και προσβάλλονται απαραδέκτως (ΣτΕ 2129/2018, 1644/2016, 1218, 916/2015). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σύμφωνα με τις οποίες η πειθαρχική διαδικασία στα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. χωρεί υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έκδοσης σύμφωνης γνώμης πειθαρχικού συμβουλίου αποτελούμενου κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, αλλά ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, με την οποία ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ως το όργανο με την αποφασιστική αρμοδιότητα, αποφαίνεται αιτιολογημένα για την τέλεση ή μη του πειθαρχικού παραπτώματος και την επιβολή της ποινής, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συμφωνίας του Συντονιστή με το περιεχόμενο της σύμφωνης γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου, αυτός εκδίδει πράξη αντίστοιχου περιεχομένου με τη γνωμοδότηση (ΣτΕ 133, 134/2022 7μ., 1871-1876/2022).».

Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, είναι 60 ημέρες και άρχεται από την κοινοποίηση ή την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση.

*Βιβλιογραφία – Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 2, 14η έκδοση, Ε. Σπηλιωτόπουλος.

Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου διαθέτει εξειδικευμένη εμπειρία σε υποθέσεις υπαλληλικών προσφυγών, παρέχοντας ολοκληρωμένη νομική υποστήριξη σε δημόσιους υπαλλήλους για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους έναντι πράξεων ή παραλείψεων της Διοίκησης. Αναλαμβάνει την αξιολόγηση της υπόθεσης, τη σύνταξη και υποβολή ενδικοφανών προσφυγών, καθώς και την εκπροσώπηση ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, σε ζητήματα όπως πειθαρχικές κυρώσεις, υπηρεσιακές μεταβολές, αξιολογήσεις και μισθολογικές διαφορές. Με έμφαση στη στρατηγική προσέγγιση, τη γνώση της διοικητικής νομολογίας και τη συνεπή υποστήριξη του εντολέα, το γραφείο επιδιώκει την αποτελεσματική αποκατάσταση κάθε αδικίας και την πλήρη κατοχύρωση των υπηρεσιακών δικαιωμάτων.


    Επικοινωνήστε μαζί μας!

    Καλέστε μας για Ραντεβού