Εγκληματική οργάνωση
Κατά την διάταξη του άρθρου 187 παρ.1 του νέου Π.Κ., όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.
Η παραπάνω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα είχε θεσπιστεί αρχικά για την προστασία της κοινωνίας από τις τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά ισχύει και για κάθε μορφή ομαδικής εγκληματικής δράσης, που βάλλει κατά της οργανωμένης κοινωνίας και της έννομης τάξης.
Εγκληματική οργάνωση – Προβλέπει δύο εγκλήματα:
την συγκρότηση εγκληματικής ομάδας (στιγμιαίο έγκλημα), και
την ένταξη σε ήδη δομημένη εγκληματική ομάδα νέων μελών (διαρκές έγκλημα).
Συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Οι συγκροτούντες την οργάνωση δεν είναι αναγκαίο να είναι και οι ίδιοι μέλη, ούτε όμως αρκεί μόνη η ιδιότητα του μέλους στο στάδιο της συγκρότησης της οργάνωσης. Εγκληματική οργάνωση είναι αυτή που συγκροτείται με διάρκεια δράσης, με τη συναπόφαση τουλάχιστον τριών προσώπων, τα οποία, με την υποταγή της βούλησης τους, στη βούληση της ολότητας, επιδιώκουν κοινό σκοπό και μεταξύ τους τελούν σε τέτοια σχέση, ώστε αυτά να αισθάνονται έναντι αλλήλων ως ενιαία μονάδα.
Η απαιτούμενη ως αναγκαία προϋπόθεση για την συγκρότηση του εγκλήματος από την ως άνω διάταξη της παρ.1 του άρθρου 187 του νέου Π.Κ., ύπαρξη επιχειρησιακά δομημένης οργάνωσης έχει την έννοια ότι η ομάδα πρέπει να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα παλιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής – υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτή της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού. Η χρονική διάρκεια δράσης της εγκληματικής ομάδας δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων καθορισμένη, μπορεί να είναι αόριστης διάρκειας ή η διάρκεια αυτής να μην έχει επακριβώς υπολογιστεί, αρκεί να εκτείνεται σε βάθος χρόνου και αντιδιαστέλλεται από τις περιστασιακές οργανώσεις προς διάπραξη εγκλημάτων. Δομημένη ομάδα, είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για την άμεση διάπραξη ενός εγκλήματος και η οποία δεν απαιτείται να έχει τυπικά καθορισμένους ρόλους για τα μέλη της ή ανεπτυγμένη δομή, ούτε απαιτείται η ιδιότητα του μέλους να εμφανίζεται ως συνεχής.
Μέλος της οργάνωσης είναι εκείνος που υποτάσσει τη βούληση του στην οργάνωση, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του μέλους στις κατ` ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Το έγκλημα που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη είναι πραγματοπαγές, για το λόγο αυτό τα μέλη μπορούν να αντικατασταθούν ή να εναλλαχθούν μεταξύ τους.
Σκοπός των δραστών των παραπάνω εγκλημάτων είναι η συστηματική διάπραξη επιλεγμένων αξιοποίνων πράξεων, που διακρίνονται για την αυξημένη απαξία και αντικοινωνικότητά τους και βάλλουν κατά της οργανωμένης κοινωνίας. Οι δράστες των ανωτέρω εγκλημάτων πρέπει να έχουν σκοπό να τελέσουν απεριόριστο αριθμό κακουργημάτων.
Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος
Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική ομάδα με διαρκή δράση, δεν είναι αναγκαία και η πραγμάτωση των επιδιωκομένων να τελεστούν εγκλημάτων, αρκεί να αποδεικνύεται η βεβαιότητα του σκοπού της τελέσεως αυτών.
To έγκλημα της κατά το άρθρο 187 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα εγκληματικής οργάνωσης, τελεί σε αληθινή πραγματική συρροή με τα λοιπά εγκλήματα που διαπράττουν τα μέλη της εγκληματικής ομάδας για υλοποίηση των σκοπών της, αφού στο έγκλημα αυτό τιμωρείται, όπως αναφέρθηκε, μόνη η συγκρότηση ή η ένταξη κάποιου ως μέλους σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα τριών και άνω ατόμων (οργάνωση), ενώ η διάπραξη των (περισσοτέρων) κακουργημάτων συνιστά το περιεχόμενο του άμεσου δόλου α` βαθμού (επιδίωξη), ως στοιχείου της υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος.
Εξάλλου, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 187 του νέου Ποινικού Κώδικα, αυτός που διευθύνει την εγκληματική οργάνωση τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών στην πρώτη περίπτωση και με κάθειρξη στην δεύτερη περίπτωση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται:
αυτοτελής αξιόποινη αυτουργική συμπεριφορά, που διαφοροποιείται ποιοτικά από τις μορφές συμμετοχικής δράσης του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ.
Ο διευθύνων την εγκληματική οργάνωση είναι ο “αρχηγός”, ο “ιθύνων νους” της, εκείνος που ορίζει δεσμευτικά τον σκοπό και την ταυτότητά της, που επιλέγει και καθορίζει την εκάστοτε μορφή δραστηριοποίησης της (ΑΠ. 126/2015, ΑΠ 1058/2013, ΑΠ 473/2011).
Το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 187 ΠΚ, αποτελεί μία από τις βαρύτερες κατηγορίες του Ποινικού Δικαίου, με ιδιαίτερα αυστηρές ποινικές συνέπειες. Η απλή ένταξη, η συγκρότηση ή – ακόμη περισσότερο – η διεύθυνση μιας επιχειρησιακά δομημένης ομάδας με διαρκή δράση τιμωρείται αυτοτελώς, ανεξάρτητα από το αν έχουν τελεστεί τα επιδιωκόμενα κακουργήματα. Το Δικηγορικό Γραφείο Μαρία Νικολάου αναλαμβάνει την πλήρη ποινική υπεράσπιση σε υποθέσεις εγκληματικής οργάνωσης, με ενδελεχή ανάλυση των πραγματικών περιστατικών, της δομής της φερόμενης οργάνωσης και των στοιχείων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος.
Σε υποθέσεις με τόσο σύνθετο νομικό και αποδεικτικό υπόβαθρο, η στρατηγική υπεράσπισης πρέπει να είναι στοχευμένη και τεκμηριωμένη. Εξετάζουμε με ακρίβεια εάν συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία της «επιχειρησιακής δομής», της «διαρκούς δράσης» και του ειδικού δόλου, καθώς και εάν αποδίδεται ρόλος απλού μέλους ή διευθύνοντος. Με γνώση της σχετικής νομολογίας του Αρείου Πάγου και εμπειρία σε σύνθετες ποινικές υποθέσεις, διασφαλίζουμε υπεύθυνη, δυναμική και απόλυτα εμπιστευτική νομική εκπροσώπηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.